Friday, November 11, 2011

" Z "

Όσες φορές ακονίζει τα δόντια της, συνήθως ο στόχος είναι εφικτός. Θα μου πεις, τίποτα πιο εφικτό από το εύκολο. Στα δύσκολα είναι ο καημός. Η Όπιουμ όμως, δεν ξέρει από οπισθοχωρήσεις. Η ήττα είναι μια συνθήκη που δεν την καλογνωρίζει. Κι όταν, για εκείνην, κάτι είναι εφικτό, δε σημαίνει πως είναι και για τον οποιονδήποτε. Όμορφες οι σημασίες κάποιων λέξεων σαν ταιριάζουν απόλυτα με το δέρμα που τις φορούν κάποιοι, έτσι δεν είναι?

Ο καθρέφτης λέει αλήθειες μα και όμορφα ψέματα όταν κοιτάς με τα μάτια στην πλάτη. Η δική της φύση, δεν αντικατοπρίζεται. Να άλλο ένα θετικό στη διαμόρφωση ενός προσωπικού σύμπαντος. Και μη ξεχνάμε πως μόνο έτσι επιζείς. Δεν είναι το αίμα που σε θρέφει, μα και η διαμόρφωση του κόσμου στον οποίο περιφέρεσαι.

Η Όπιουμ ξαγρύπνησε χαράζοντας στον τοίχο αρχικά γραμμάτων. Με τα δόντια της. Με την αγριάδα της. Με το σίγουρο πάτημα της ιπτάμενης οπτασίας της. Στο Ζ στάθηκε κομματάκι παραπάνω. Σκέφτηκε πως έτσι αρχίζει και η Ζωή. Την επόμενη στιγμή το έγλυψε βγάζοντας έξω τη γλώσσα. 
Γεύση μηδέν.

Δεν περίμενε κάτι το διαφορετικό.

Άλλαξε ρούχα και βγήκε στο σκοτάδι. 



Thursday, August 18, 2011

Παράξενα παιχνίδια


Όταν το Καλοκαίρι οδεύει ημερολογιακά προς το τέλος, η Όπιουμ αρχίζει να κάνει σχέδια για το Φθινόπωρο. Υποφέρει όταν η ζέστη είναι αφόρητη. Νιώθει πως οι βραδινές βόλτες γίνονται με μισή καρδιά. Και δεν είναι όμορφο να βγαίνεις μόνο και μόνο για να ικανοποιήσεις το ανελέητο συναίσθημα της πείνας. Υποτίθεται πως πρέπει να το κάνεις όχι μόνο από ένστικτο, αλλά και για τη χαρά του κυνηγιού. Τα γεννημένα αρπακτικά, πρώτα παίζουν με το θύμα τους κι όταν βαρεθούν ορμάνε. Η Όπιουμ δεν διαφέρει σε τίποτα από έναν καλό κυνηγό. Έναν κυνηγό της νύχτας. 

Είναι μέρες τώρα που μετά το σούρουπο, φτιάχνει κοκτέιλ με Ο ρέζους θετικό και μια φέτα λεμόνι. Αποθέματα πάντα υπάρχουν στο ψυγείο, κλεισμένα αεροστεγώς σε γυάλινα μπουκαλάκια με παράξενα σχέδια. Τα ποτήρια, ακολουθούν ανάλογα με το κέφι της στιγμής. Κολονάτα, κοντά, με φαρδύ στόμιο ή και σφηνάκια ακόμα. Ποιος είπε πως ένα βαμπίρ δεν πρέπει να προσαρμόζεται στα αξεσουάρ της κάθε εποχής? Αν και η Όπιουμ πιστεύει πως το καλύτερο ρούφηγμα γίνεται απ’ ευθείας απ’ την πηγή, υπάρχουν στιγμές που θες να είσαι με τα πόδια ξυπόλητα και με διάθεση κλειστή. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι παρακαταθήκες είναι απ’ τα must.

Η σκέψη της γύρισε πάλι σε εκείνον τον άντρα. Καιρό τώρα νιώθει την παρουσία του να της γυροφέρνει στο νου. Είναι μέρες που μένει ξάγρυπνη νιώθοντας το άρωμά του. Αντιλαμβανόμενη την επιθυμία του να τη βρει, έχει αρχίσει να του κρύβεται όλο και καλύτερα. Μα τι μπορείς να κάνεις αν αυτός που σε έχει βάλει στόχο ξέρει τα περάσματα απ’ τα οποία περνάς? Πόσο μάλλον άμα ξέρει το ίδιο σου το κατάλυμα. Τα αποτυπώματά του ολοένα και πιο συχνά αφήνονται έξω απ’ την πόρτα της. Μια μισοσκισμένη ζωγραφιά, μια σταγόνα κρασί, δυο τρίχες απ’ τα μαλλιά του. Είναι πεπεισμένη πλέον πως εκείνος της αφήνει χρόνο να τον ψάξει. Κι όταν αποφασίσει, θα την αφήσει να τον βρει.
Παράξενα παιχνίδια. Όταν τα θηράματα γίνονται θύτες και οι θύτες θηράματα, υπάρχει μια γοητεία ερωτισμού. Όταν οι ρόλοι εναλλάσσονται, υπάρχει κέφι για δημιουργία. Όταν οι όροι είναι ίσοι, υπάρχει η πρόκληση στο κάλεσμα.

Η Όπιουμ έβαλε ένα διπλό και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Στα άμεσα σχέδια της νέας εποχής θα ήταν η συνεύρεσή της μαζί με τον γνωστό άγνωστο. Αν θα της ικανοποιούσε μόνο την πείνα της συντήρησης, θα ήταν κάτι που θα την απογοήτευε οικτρά.

Τελικά, σε κάθε αιώνα υπάρχουν οι ίδιοι προβληματισμοί. Λογικό, αν έχεις να κάνεις με το ευτελές είδος των ανθρώπων!



Thursday, June 23, 2011

Το βράδυ πλησιάζει



Κρατάει πολύ ο ήλιος στα μέρη αυτά. Το δέρμα ζαρώνει. Τα βλέφαρα κλείνουν. Το πρόσωπο κάνει γκριμάτσες. Και πώς να αποφύγεις να σε κοιτάζουν, ειδικά όταν η παρουσία σου δεν περνάει απαρατήρητη?

Τα σύγχρονα βαμπίρ έχουν βρει τρόπους να προφυλάσσονται. Περισσότερο και καλύτερα. Ίσως να συμβάλλει και το γεγονός πως εξελίσσονται με τον χρόνο. Οι παλιές μέθοδοι «καταστροφής» τους δεν πιάνουν εύκολα. 

Η Όπιουμ αγόρασε γυαλιά με δυο στρώσεις μαύρο. Όταν προχωρά, έχει τα μάτια ορθάνοιχτα.

Η λεπτή τιράντα έδειξε δυο νυχιές. Στην πλάτη δυο tattoo με πεταλούδες. Στη γάμπα ένα φούσκωμα από τσίμπημα κουνουπιού. Κόκκινο, προκλητικό, σχεδόν ζωγραφιστό. Τέλειο. Τα Καλοκαίρια είναι δύσκολο να κρύψεις και να κρυφτείς. Το φως κρατάει περισσότερο. Η κοπέλα που περπατούσε τρία βήματα μπροστά ένιωθε μια στάλα καυτής ανάσας να την ακολουθεί. Γύρισε χωρίς σκέψη και κοίταξε τη γυναίκα πίσω της. Ένα ρίγος τη διαπέρασε χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει το γιατί.

Ένστικτο. Φόβου.

Ένστικτο. Επιβίωσης.

Ποιο παίρνει κεφάλι? Από τι εξαρτάται η στιγμή?

Είναι φορές που το αποτέλεσμα δίνει και την απάντηση. Ετούτη τη φορά, νίκησε ο φόβος. Η κοπέλα εξαφανίστηκε στην επόμενη γωνία. Η Όπιουμ θύμωσε με τον εαυτό της. Για ακόμη μια φορά μετάνιωσε που βγήκε πρωί. Για ακόμη μια φορά έφτυσε μια βρισιά που δεν κινήθηκε γρήγορα. Αν ρίξει το φταίξιμο στη ζέστη, ίσως αισθανθεί καλύτερα.

Το ανικανοποίητο, όμως,  συσσωρεύει μεγαλύτερη πείνα μέχρι την επόμενη φορά. Κι αυτό είναι παρήγορο. 

Το βράδυ… πλησιάζει!



Saturday, May 14, 2011

Χωρίς βοήθεια

Όταν το ένστικτο βαράει κόκκινο, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το ακολουθήσεις. Υπάρχουν αγρίμια που ψάχνουν θηράματα μόνο κατά τη διάρκεια της πείνας. Υπάρχουν όμως και εκείνα που αρέσκονται στο παιχνίδι της εξάντλησης του –από χέρι χαμένου – θύματος. Τότε, εκείνος ο ιδρώτας που στάζει στο λαιμό έχει άρωμα πάθους. Η ΄Οπιουμ χωράει σε ένα σύμπαν που την έφτιαξε, μα χωράει και οπουδήποτε αλλού. Κυρίως, εκεί που την φοβούνται.

Έχει αλλάξει χρώματα πολλές φορές στην εμφάνιση, περισσότερο για να κάνει τους άλλους να μυρίζουν εκείνο που θέλουν να μυρίσουν. Το «ίδιο», το «συνηθισμένο», το «περίπου επιτρεπόμενο». Κατά κάποιο τρόπο καλύπτει τη μυρωδιά του κυνηγού που αναδύεται απ’ τα βάθη της κι έτσι περνάει λιγότερο απαρατήρητη. Τα κόλπα πολλά όταν ενδιαφέρεσαι στ’ αλήθεια να κατακτήσεις ακόμη έναν αιώνα. Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι το εξής:

Τι σημαίνει «αλήθεια»?

Η Όπιουμ αυτό το διάστημα δεν έχει χρόνο για απαντήσεις. ΄Η μάλλον, ψέματα. Δε ΘΕΛΕΙ να βρει χρόνο για απαντήσεις. Επειδή το μόνο που έχει όρεξη να κάνει, είναι να γεύεται!

Χωρίς να νοιάζεται για τη γνώμη του κοινού.



Saturday, April 16, 2011

Η γεύση είναι που μετράει



Όσους κόσμους κι αν αλλάξει ένα αερικό, ένα πλάσμα αλούτερο, ένα ον που δεν είναι ον, με ένα πράγμα δεν μπορεί να συμβιβαστεί. Στο να γίνει άνθρωπος. Κι αυτό δεν είναι ελάττωμα. Ιδίως για κάποιον που το έχει αποδεχθεί, είναι ένα απ’ τα σπάνια προτερήματα που μπορεί να δώσει κι ένα σωρό προβαδίσματα. Η ΄Οπιουμ θα μπορούσε να συνηθίσει το οτιδήποτε γιατί η φύση της το απαιτεί να προσαρμόζεται. Η ανθρωπίλα όμως, είναι κάτι που το σιχαίνεται. Μόνο το αίμα αξίζει απ’ αυτά τα πλάσματα κι αυτό, τελευταία, έχει αρχίσει να χάνει την παλιά καλή του γεύση.

Οι καταχρήσεις φέρουν τις επιπτώσεις τους κι έτσι οι ουσίες διαμορφώνουν την κάθε είδους ανάπτυξη. Μόνο τα μικρά του γένους αυτού δεν έχει πειράξει η ΄Οπιουμ κι αυτό γιατί η πολύ αθωότητα την απωθεί. Κι όταν λέμε «μικρά» μη φανταστείτε κάτι το μεγαλύτερο απ’ την ηλικία των δέκα. Από κει και πέρα όλα ίδια μοιάζουν. Σκληρό? Και ποιος καθορίζει τις έννοιες? Η αίσθηση της γεύσης μας και μόνο αυτή καθορίζει και τις πράξεις.  Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

Καραδοκούσε απόβραδο πάνω σε μια στέγη. Δεν ήταν η αίσθηση της πείνας που την έφερε πάνω από ένα φροντιστήριο στην άκρη της πόλης, μα η ανάγκη να δει τον κόσμο από ψηλά. Το ότι υπήρχε κι ένα μέρος εκεί όπου μαζεύονταν παιδιά, αυτό μάλλον θα αφεθεί στην τύχη. Το θέμα είναι πως άλλοτε σου ανοίγει η όρεξη εκεί που δεν το περιμένεις κι άλλοτε σου κόβεται ολοσχερώς.

Είχε απλώσει τα πόδια της κάτω στο κενό και είχε αφήσει τον άνεμο να μπαίνει στο στήθος της. Οι δυο της κυνόδοντες άστραφταν στο πρωτοφέγγαρο χωρίς να κάνει κάτι για να τους κρύψει. Ήθελε να τη δει ο ουρανός σε όλο της το μεγαλείο. Ήταν εκεί και είχε στην κυριαρχία της τη θέληση. Ποια θέληση? Του να νιώθει ζωντανή. Άσχετα αν δεν το είχε καταφέρει ως τα τώρα και στην πράξη.

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι την έκοψαν απ’ τις σκέψεις. Προχωρούσαν στις σκιές αγκαλιασμένα και γελούσαν. Είχαν ξεμακρύνει απ’ τους άλλους που εκείνη την ώρα σχολούσαν και πήραν το δρόμο για τα απόμερα. Δεν πέρασε πολύ ώρα και η μυρωδιά του έρωτά τους χτύπησε την ΄Οπιουμ στα ρουθούνια. Αναστατώθηκε. Αγρίεψε. Σάστισε. Ένιωσε ακατάσχετη και αφόρητη δίψα. 

Σηκώθηκε και πριν προλάβει να πηδήξει απ’ τη στέγη, ξαφνικά σταμάτησε. Δυο μάτια κόκκινα την κοιτούσαν πίσω απ’ τα δέντρα και σχεδόν ανατρίχιασε. Δυο μάτια αγριμιού που καραδοκούσε. Ίσως εκείνο να πεινούσε περισσότερο απ’ αυτήν. Ίσως εκείνο να είχε έρθει πρώτο. Ίσως εκείνο να είχε ανάγκη να φανερώσει τη φύση του περισσότερο προκλητικά. Η Όπιουμ κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια τον αντίπαλό της. Κι ύστερα, σα να συνεννοήθηκαν με το κάλεσμα των ψυχών τους, όρμησαν στα θηράματα.

Η Όπιουμ πήρε το θηλυκό. Το αγρίμι πήρε το αρσενικό. Κι αυτό ήταν εντελώς τυχαίο. 

Ο έρωτας, άλλωστε, δεν έχει φύλο. Η γεύση είναι που μετράει. Και ως συνήθως, είναι ίδια.



Friday, March 11, 2011

Οι δήθεν εξελιγμένοι



Οι αναλαμπές στου δρόμου το στενό της θύμισαν τότε που την είχαν φέρει τα βήματά της στα πλακάκια του μεσαιωνικού κάστρου. Σ’ εκείνο τον χορό προσκαλεσμένη χωρίς στην ουσία να την ξέρει κανείς. Με τα φώτα στραμμένα στη γωνιά του πιάνου και τον άνεμο να παίζει με τις μπορντό βαριές κουρτίνες. Η  Όπιουμ κατάφερε να περάσει απαρατήρητη ενώ η πρόσκλησή της έγραφε VIP με γράμματα χρυσά.

Φορούσε φόρεμα λευκό με φερμουάρ στην πλάτη, στενό στους γοφούς, σε ύψος λίγο κάτω από το γόνατο. Μαύρες γόβες σε συνδυασμό με τα μαλλιά της και βλέμμα κενό. Τα χείλη ευγενώς κόκκινα. Δυο πεσμένες βλεφαρίδες στο στήθος, υπονοούσαν το βιαστικό του πράγματος. Πού χρόνος να καθαρίζει ζημιές όταν το πάρτι είχε αρχίσει? 

Οι βλεφαρίδες, φυσικά, ανήκαν σε άλλον.

Ένας σουγιάς πεταμένος σ’ ένα παγωμένο χαμόγελο ήταν η δράση της προηγούμενης ώρας. Τα δόντια της, στάμπα σ’ έναν λαιμό που μέχρι πρότινος ανήκε στον υπ’ αριθμ.1 καταζητούμενο εγκληματία που δρούσε τον τελευταίο καιρό. ΄Επνιγε πόρνες και τους έσκιζε την κλειτορίδα. Ικανοποίηση μεταφυσική για ένα πλάσμα που ακόμη δεν είχε κλείσει καλά καλά ούτε την δεύτερη δεκαετία του. Τόσο τον έκανε η Όπιουμ, που αυτή τη φορά ήθελε να ανανεώσει τα κύτταρά της με βάση το θυμό.

Ποιος ήταν εκείνος που είχε το δικαίωμα να δράσει στην εποχή της?

Η πρόσκληση ήταν στην τσέπη του θύματος και ανήκε σε ένα από τα δικά του θύματα. Βολικό.
Αυτή τη νύχτα η Όπιουμ ήρθε για να μυρίσει την ανατριχίλα του εκνευρισμού ανάμεσα απ’ τα σκέλια κάτι δήθεν φωνακλάδων. Δεν τους ονόμαζε θύματα γιατί στην ουσία ήξερε πως ήταν άγευστοι. Αν ήταν να τους προσδώσει ετικέτα, θα τους ονόμαζε…

…οι δήθεν εξελιγμένοι.

Το μόνο που άξιζε να κάνει μ’ αυτούς ήταν απλά να διασκεδάσει.




Tuesday, February 15, 2011

Ο σπόρος της εκδίκησης


Όταν στον αέρα υπάρχει το άρωμα της συγκατάβασης, τότε όλα γίνονται πιο εύκολα. Το θέμα όμως είναι πως αν σου αρέσει το κυνήγι, βρίσκεις πιο ενδιαφέρουσα την αντίσταση. Να ανάβουν οι ορέξεις και να προχωράς καταστρώνοντας σχέδιο. Να βράζει το αίμα και να παίρνει εκείνη τη μυρωδιά που σε κάνει να θες να ρουφάς ασταμάτητα. Η Όπιουμ, ετούτη τη φορά ήθελε ένα θήραμα δύσκολο. Μα στον αιώνα αυτόν, της φαίνονταν να πέφτουν στα πόδια της το ένα μετά το άλλο χωρίς να προσπαθεί καν. Οι άνθρωποι έχουν αλλάξει ή αυτή έχει γίνει πιο απαιτητική;

Φόρεσε τη μάσκα της παιδούλας με το λυπημένο δάκρυ. Δεν χρειάζονται οι απόκριες για να σαγηνευθεί κάποιος από ένα πρόσωπο που υποδηλώνει έλλειψη αντίστασης. Η ΄Οπιουμ ήξερε καλά το παιχνίδι. Αν κάποιος δείχνει ανήμπορος, οι υποψήφιοι θύτες αυξάνονται. Το θέμα ήταν ποιος θα αδιαφορούσε. 

Η κομψή στα μαύρα ήταν καθισμένη σε ένα τραπέζι με κάποιον που δεν άξιζε να του ρίξεις δεύτερη ματιά. Με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, φυσούσε τον καπνό από το πούρο της και έπινε κάτι λευκό. Έριξε μια αδιάφορη ματιά στην μάσκα της παιδούλας και στράβωσε τα μούτρα της. 

«Δεν πας πουθενά αλλού;» γρύλισε στην ΄Οπιουμ. «Χαλάς την πιάτσα».

Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί κάτι παραπάνω. Όταν το μπαρ έκλεισε, η κυρία με τα μαύρα είχε από πίσω της μια σκιά. Μια σκιά με βούληση δική της. Και με ένα λόγο παραπάνω για να δείξει τι έκρυβε πίσω από το προσωπείο της αθωότητας.

Δυο δόντια τόσο κόκκινα που θα έκαναν και τον πιο διεφθαρμένο δαίμονα να κρυφτεί.

Η ΄Οπιουμ, έχει μέσα της το σπόρο της εκδίκησης.

Και καλά κάνει.