Όσους κόσμους κι αν αλλάξει ένα αερικό, ένα πλάσμα αλούτερο, ένα ον που δεν είναι ον, με ένα πράγμα δεν μπορεί να συμβιβαστεί. Στο να γίνει άνθρωπος. Κι αυτό δεν είναι ελάττωμα. Ιδίως για κάποιον που το έχει αποδεχθεί, είναι ένα απ’ τα σπάνια προτερήματα που μπορεί να δώσει κι ένα σωρό προβαδίσματα. Η ΄Οπιουμ θα μπορούσε να συνηθίσει το οτιδήποτε γιατί η φύση της το απαιτεί να προσαρμόζεται. Η ανθρωπίλα όμως, είναι κάτι που το σιχαίνεται. Μόνο το αίμα αξίζει απ’ αυτά τα πλάσματα κι αυτό, τελευταία, έχει αρχίσει να χάνει την παλιά καλή του γεύση.
Οι καταχρήσεις φέρουν τις επιπτώσεις τους κι έτσι οι ουσίες διαμορφώνουν την κάθε είδους ανάπτυξη. Μόνο τα μικρά του γένους αυτού δεν έχει πειράξει η ΄Οπιουμ κι αυτό γιατί η πολύ αθωότητα την απωθεί. Κι όταν λέμε «μικρά» μη φανταστείτε κάτι το μεγαλύτερο απ’ την ηλικία των δέκα. Από κει και πέρα όλα ίδια μοιάζουν. Σκληρό? Και ποιος καθορίζει τις έννοιες? Η αίσθηση της γεύσης μας και μόνο αυτή καθορίζει και τις πράξεις. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.
Καραδοκούσε απόβραδο πάνω σε μια στέγη. Δεν ήταν η αίσθηση της πείνας που την έφερε πάνω από ένα φροντιστήριο στην άκρη της πόλης, μα η ανάγκη να δει τον κόσμο από ψηλά. Το ότι υπήρχε κι ένα μέρος εκεί όπου μαζεύονταν παιδιά, αυτό μάλλον θα αφεθεί στην τύχη. Το θέμα είναι πως άλλοτε σου ανοίγει η όρεξη εκεί που δεν το περιμένεις κι άλλοτε σου κόβεται ολοσχερώς.
Είχε απλώσει τα πόδια της κάτω στο κενό και είχε αφήσει τον άνεμο να μπαίνει στο στήθος της. Οι δυο της κυνόδοντες άστραφταν στο πρωτοφέγγαρο χωρίς να κάνει κάτι για να τους κρύψει. Ήθελε να τη δει ο ουρανός σε όλο της το μεγαλείο. Ήταν εκεί και είχε στην κυριαρχία της τη θέληση. Ποια θέληση? Του να νιώθει ζωντανή. Άσχετα αν δεν το είχε καταφέρει ως τα τώρα και στην πράξη.
Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι την έκοψαν απ’ τις σκέψεις. Προχωρούσαν στις σκιές αγκαλιασμένα και γελούσαν. Είχαν ξεμακρύνει απ’ τους άλλους που εκείνη την ώρα σχολούσαν και πήραν το δρόμο για τα απόμερα. Δεν πέρασε πολύ ώρα και η μυρωδιά του έρωτά τους χτύπησε την ΄Οπιουμ στα ρουθούνια. Αναστατώθηκε. Αγρίεψε. Σάστισε. Ένιωσε ακατάσχετη και αφόρητη δίψα.
Σηκώθηκε και πριν προλάβει να πηδήξει απ’ τη στέγη, ξαφνικά σταμάτησε. Δυο μάτια κόκκινα την κοιτούσαν πίσω απ’ τα δέντρα και σχεδόν ανατρίχιασε. Δυο μάτια αγριμιού που καραδοκούσε. Ίσως εκείνο να πεινούσε περισσότερο απ’ αυτήν. Ίσως εκείνο να είχε έρθει πρώτο. Ίσως εκείνο να είχε ανάγκη να φανερώσει τη φύση του περισσότερο προκλητικά. Η Όπιουμ κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια τον αντίπαλό της. Κι ύστερα, σα να συνεννοήθηκαν με το κάλεσμα των ψυχών τους, όρμησαν στα θηράματα.
Η Όπιουμ πήρε το θηλυκό. Το αγρίμι πήρε το αρσενικό. Κι αυτό ήταν εντελώς τυχαίο.
Ο έρωτας, άλλωστε, δεν έχει φύλο. Η γεύση είναι που μετράει. Και ως συνήθως, είναι ίδια.